About this user
ΣΤΑ ΣΚΑΛΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Εκείνος ο χρυσοκίτρινος Ιούλης άλλος ένας.
Τα μάρμαρα σκούρα απ' τα γένια
και τα πόδια Ερμήδες χρυσοπράσινοι.
Εκείνο το φωτεινό βράδυ
(αφού στο γέρμα της απόφασης
διαλύθηκαν λόγια και τραγούδια στη μέση)
ο έρωτας κοινωνούσε την πείνα
με δράση και αντίδραση,
κι ύστερα, όταν η ηλεκτρική νύχτα
ξεδίψασε με ιδρωμένα φιλιά
- ταίρι για μια νύχτα όλοι εναλλάξ,
οι φωνές χαμήλωσαν,
τα λαρύγγια βράχνιασαν,
τα πανό έγειραν,
κι ο Άγνωστος Στρατιώτης
(τι ν' απόγινε η ξανθιά Μάρω;)
απόκαμε ώς το χάραμα
να μονολογεί νανουριστικά
έξω όλοι οι στρατοί - ανεξάρτητο νησί...
Το πρώτο φως (θκιάολε μαύρε!)
μασκάρεψε χρυσοπράσινο στον πάτο
της λακκούβας το φύλλο.
Ύστερα οι υπάλληλοι πήραν το δρόμο
για τα υπουργεία, για τις τράπεζες,
κι όλα στο Σύνταγμα άλλαξαν στο ίδιο τους.
(Πάλι το καθεμέρα ξημέρωσε βαρύ,
ορθώθηκε αντάμα με το φόβο του παλιού,
του παλιού που δεν γκρεμίσαμε
με τα χέρια μας
- πάλι η επανάσταση
ξενυχτισμένη παρακοιμήθηκε,
πάλι έσταξε το μελάνι
πάνω στο «ωχ αδερφέ»
την ώρα που ο πρώτος καφές
έβγαζε την τσίμπλα του,
κι εμείς ψάχναμε γιατί δεν ήρθε
και σήμερα η λαμέ Μελίνα,
πού να 'ναι οι εκπρόσωποι και πού η οργή.
Μα αν δεν είναι δικός σου ο νεκρός
είναι για πάντα πεθαμένος.)
Ο αρραβώνας μπήκε βαθιά, στο μάτι
καρφώθηκε το χρυσοπράσινο φύλλο
- χωρίς σάρκα, ες σάρκα καν μίαν.
(23.9.2004)
Κι από κείνο το καλοκαίρι του '74 η ξεπουλημένη μεγαλόνησο μάς πήρε το κατόπι, κυνηγάει τα βότσαλα, τα βότσαλα άλλοτε γίνονται βράχοι κι άλλοτε ψιλή άμμο που κυλάει χωρίς ν' ακούγεται, ο διεθνισμός μεταμφιέζεται σε παγκοσμιοποίηση, η αγάπη για το χώμα της γης και τον ουρανό που μας περιβάλλει ποινικοποιείται, ο γιος μου μηδένισε τα όρια ακριβώς τη στιγμή που το κάνουν όλοι οι έφηβοι του κόσμου (μόνο που προτίμησε να φύγει από τούτο τον πλανήτη) και ο πλανήτης γέμισε με άθλιους που γυρεύουν να σώσουν τη ζωή τους, που παλεύουν για μισό κομμάτι ψωμί, που αποζητούν να ξεχάσουν τη φρίκη - κι είναι ακόμα τίγκα από ένα τσούρμο ασπόνδυλα όντα, εκείνα που θεωρούν εαυτούς μοναδικούς ή πιόνια ενός θεόσταλτου στρατού, αλίμονο... Πότε θ' αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο;